Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Τα πλοκάμια της ιταλικής Μαφίας στην Ελλάδα

Οι δολοφονίες σε Βάρκιζα και Βάρη, οι εσωτερικές συγκρούσεις των συμμοριών και ο νέος κύκλος αίματοςΗ διαμάχη δύο εγκληματικών ομάδων από το Οστούνι και το Φαζάνο, δύο μικρές τουριστικές κωμοπόλεις στην περιοχή του Πρίντεζι στην Ιταλία, έχει μεταφερθεί με... χαρακτηριστική άνεση στην Αθήνα και σε άλλες περιοχές της χώρας, προκαλώντας έναν νέο κύκλο αίματος στο Λεκανοπέδιο και την κινητοποίηση των ελληνικών και ιταλικών διωκτικών υπηρεσιών. Πλέον η Αττική, η Θεσσαλονίκη, η Κέρκυρα, η Ηγουμενίτσα και η Πάτρα «φιλοξενούν» μικρές αποικίες της Μαφίας Sacra Corona Unita από την Απουλία όπως και της εγκληματικής οργάνωσης Remo Letse Libere αλλά και άλλων συμμοριών που έχουν δημιουργηθεί από κακοποιούς της Μαφίας Ντραγκέτα ­ από την Καλαβρία ­ οι οποίοι εκρατούντο στις φυλακές του Λέτσε. Τουλάχιστον πέντε παραρτήματα της ιταλικής Μαφίας έχουν εγκατασταθεί στη χώρα μας κατευθύνοντας το λαθρεμπόριο τσιγάρων, κυρίως διά μέσου Μαυροβουνίου, έχοντας άριστες σχέσεις με την κυβέρνηση του προέδρου της χώρας Μίλο Τζουκάνοβιτς. Ταυτόχρονα διατηρούν εξαιρετική συνεργασία με τη μαφία της Αλβανίας και επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους στο εμπόριο όπλων και ναρκωτικών στο τρίγωνο Κοσσυφοπέδιο - Μαυροβούνιο - Αλβανία. Η ΕΛ.ΑΣ. και το ΣΔΟΕ επιχειρούν να καταγράψουν τη διασπορά και τη διάρθρωση της ιταλικής Μαφίας στη χώρα μας αλλά και να κατανοήσουν, με τη βοήθεια ιταλών αστυνομικών, τους λόγους των ενεργειών αλληλεξόντωσης.

Σύμφωνα με νεότερα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει το πολυμελές κλιμάκιο της Direzione Investigativa Antimafia (DIA) που βρίσκεται στη χώρα μας, η δολοφονία ­ στις 11 Αυγούστου 2000 ­ του 37χρονουΑντόνιο Σαβέριο Μπενβενούτο στην οδό Αίθρας 3 στη Βάρκιζα, η οποία αποτέλεσε το έναυσμα της ενεργοποίησης των ελληνικών διωκτικών υπηρεσιών, οφείλεται στη σύγκρουση δύο ομάδων τής Sacra Corona Unita που έχουν έδρα στις πόλεις Οστούνι και Φαζάνο. Ο Μπενβενούτο, που καταγόταν από το Φαζάνο, συνεργαζόταν παλαιότερα με τους προσφάτως συλληφθέντες στη χώρα μας Αλπίνο Προυντεντίνο, 50 ετών (ήταν κουμπάροι με τον Μπενβενούτο), και Φραντσέσκο Προυντεντίνο, 52 ετών, οι οποίοι κατάγονται από το γειτονικό Οστούνι, την επονομαζόμενη «λευκή πόλη» (λόγω των πολλών άσπρων κτιρίων της), με την εντυπωσιακή αρχιτεκτονική. Τέταρτος συνεργάτης τους ήταν οΟυτζένιο Καρμπόνε από το γειτονικό Φαζάνο, ο οποίος δολοφονήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2000 και ο θάνατός του συνδέεται άμεσα από τους ιταλούς αστυνομικούς με τη δολοφονία του Μπενβενούτο.
Αρχικώς όλοι αυτοί ήταν μέλη του παραρτήματος του Πρίντεζι της Μαφίας Sacra Corona Unita της Απουλίας, στην οποία αρχηγοί είναι ο Τζίνο Ρογκόλι και ο αρχιμαφιόζος Τζεράρντο Κουόμο, ο οποίος συνελήφθη στις 10 Μαΐου 2000 στην Ελβετία. Υπήρχε ακόμη και ο Τζιουζέπε Λέο, ο οποίος συνελήφθη στην πόλη Νοναντόλα από την Guardia Di Finanza. Εκτός από το λαθρεμπόριο τσιγάρων, η Sacra Corona Unita, με δομή παραθρησκευτικής οργάνωσης, έχει μεσολαβήσει για τη μεταφορά χιλιάδων αλβανών λαθρομεταναστών στην Απουλία και συμμετείχε σε εκτεταμένο εμπόριο λευκής σαρκός. Την περίοδο 1997-1999 λοιπόν, λόγω και της αύξησης της φορολογίας των τσιγάρων σε πολλές χώρες της Ευρώπης (κυρίως στη Βρετανία), η ιταλική Μαφία εγκατέλειψε τις προηγούμενες δραστηριότητες αλλά και το εμπόριο ναρκωτικών και επανήλθε, μετά τη δεκαετία του '80, στο... προσφιλές της λαθρεμπόριο τσιγάρων. Και αυτό γιατί πλέον τα κέρδη ανά φορτίο μπορεί να προσέγγιζαν ποσά της τάξεως των 5 δισ. δρχ., ενώ σε πολλές χώρες το λαθρεμπόριο τσιγάρων θεωρείται πλημμέλημα και ουσιαστικώς υπάρχει διαρκής... ατιμωρησία των λαθρεμπόρων. Και ασφαλώς χρησιμοποιώντας ως περιαστικό καταφύγιο ή εφαλτήριο των λαθρεμπορικών δραστηριοτήτων τη χώρα μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις ενέργειες στελεχών του ΣΔΟΕ έχει εντοπιστεί στη χώρα μας η δραστηριότητα άλλων επτά μαφιόζων με το «δημοφιλές» όνομα Προυντεντίνοοι οποίοι κατάγονται από το Οστούνι!
Τα μέλη αυτής της Μαφίας ως τις αρχές του 2000 είχαν κύρια έδρα το Μπαρ του Μαυροβουνίου, όπου βρίσκονται αποθήκες λαθραίων τσιγάρων που ήλεγχε ο σέρβος επιχειρηματίας Βλαντίμιρ Μποκάν, ο οποίος δολοφονήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2000 στη Βάρη. Πολλοί μαφιόζοι, όπως ο Φραντσέσκο Προυντεντίνο, είχαν προσβάσεις στην κυβέρνηση του Μαυροβουνίου και φαίνεται ότι διατηρούσαν άριστες σχέσεις με τον πρόεδρο Μίλο Τζουκάνοβιτς, ο οποίος με τα έσοδα από το λαθρεμπόριο τσιγάρων επεδίωκε την αποστασιοποίησή του από την κυβέρνηση Μιλόσεβιτς. Μάλιστα, ως «σύνδεσμος» της κυβέρνησης του Μαυροβουνίου και της ιταλικής Μαφίας εφέρετο ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Μπράνκο Πόροβιτς, ο οποίος διέμενε επί σειρά ετών στη Ρώμη, όπου εργαζόταν στο εκεί γραφείο των γιουγκοσλαβικών αερογραμμών (JAT).
Ενδεικτικό για τον ρόλο του Μαυροβουνίου είναι το περιεχόμενο της έκθεσης που συνέταξε προ μερικών μηνών το ΣΔΟΕ, στην οποία σημειώνεται: «Στις αποθήκες της εταιρείας ΖΕΤΑ Trans που ευρίσκονται στο Μπαρ του Μαυροβουνίου εκτιμάται πως φθάνουν κατ' έτος περίπου 3 εκατ. εμπορευματοκιβώτια που περιέχουν 1,5 εκατ. πακέτα τσιγάρα και τα οποία, υπό μορφήν εξαγωγών, προωθούνται προς το κοινοτικό έδαφος. Αυτά φορτώνονται σε πλοία-"μάνες" ή ταχύπλοα σκάφη με προορισμό νοτιοανατολικές ακτές της Ιταλίας ή της Ισπανίας. Με την ανοχή του επίσημου Μαυροβουνίου αυτό γίνεται σε καθημερινή βάση. Τα τσιγάρα φθάνουν στο Μαυροβούνιο με φορτηγά από Ολλανδία και Βέλγιο μέσω Αυστρίας, Σλοβενίας, Σερβίας ή με αεροσκάφη Ιλιούσιν από την Κύπρο και την Οστάνδη του Βελγίου και με πλοία από Τουρκία, Βουλγαρία, Κύπρο, Αίγυπτο και Ελλάδα».
ΟΙ ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ Στη «φάκα» της Αστυνομίας
Η αντίστροφη μέτρηση για τους ιταλούς αρχιμαφιόζους άρχισε μετά τη συμφωνία ­ τον Δεκέμβριο του 1999 στο Μπάρι ­ μιας αντιπροσωπείας του υπουργείου Εξωτερικών της Ιταλίας και της Αστυνομίας του Μαυροβουνίου να συνεργασθούν στη δίωξη των λαθρεμπόρων τσιγάρων. Πλέον οι ιταλοί λαθρέμποροι έχαναν το κύριο στήριγμα και «κάλυμμα» των λαθρεμπορικών ενεργειών τους. Ετσι αμέσως συνελήφθη στην Ελβετία όπου είχε καταφύγει ο αρχιμαφιόζος Τζεράρντο Κουόμο. Ως στενοί συνεργάτες του κατηγορήθηκαν ο γενικός εισαγγελέας Λούκα Μαρσελίνο και ο πρόεδρος Φράνκο Βέρντα του καντονίου του Τισίνο. Ο Αντόνιο Μπενβενούτο ήλθε για μόνιμη διαμονή στη Βάρκιζα μαζί με τη συμβία του, ζητώντας ματαίως εξαΰλωση των ιχνών του. Ο περιώνυμος Φραντσέσκο Προυντεντίνο κατέφυγε αρχικά στη Βουλγαρία και αμέσως μετά ήλθε στη χώρα μας κινούμενος μεταξύ Αθήνας - Θεσσαλονίκης - Πάτρας. Σημειώνεται ότι ο Φραντσέσκο Προυντεντίνο ήταν από τους κύριους πελάτες του ναυπηγείου Marine Hellas στο Σχηματάρι, το οποίο ανήκε στον 47χρονο Ρενάτο Μαρόλα και τροφοδοτούσε την ιταλική Μαφία με ταχύπλοα σκάφη. Ο συνεργάτης του Αλπίνο Προυντεντίνο διέμενε μεγάλο χρονικό διάστημα στην εξοχική κατοικία που είχε στον Αγιο Βασίλειο Πατρών. Μετά τη σύλληψή του όμως, στις 18 Νοεμβρίου 1999, σε εκτέλεση διεθνούς εντάλματος, και την απελευθέρωσή του 40 ημέρες μετά, απέφευγε να... επισκέπτεται συχνά το κατάλυμά του, αφού ήταν συχνοί οι έλεγχοι των αξιωματικών της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αχαΐας. Ο Αλπίνο Προυντεντίνο αφέθηκε ελεύθερος, αφού εξέπνευσε η προθεσμία για την αποστολή του αιτήματος έκδοσης των ιταλικών αρχών. Μάλιστα γύρω από την έκδοσή του υπήρξαν πολυήμερες «άγνωστες» προστριβές των ελληνικών και των ιταλικών διωκτικών υπηρεσιών. Οι Ελληνες αναφέρονταν σε περίεργη καθυστέρηση και σε συγκρούσεις των τεσσάρων ιταλικών υπηρεσιών (Guardia Di Finanza, DIA, Policia Di Stato και καραμπινιέροι) που ασχολούνται με τη δίωξη της Μαφίας. Μάλιστα υπήρξαν υπαινιγμοί και για χρηματισμό ιταλών υπαλλήλων που δεν απέστειλαν τα σχετικά έγγραφα. Από την άλλη πλευρά ιταλοί αστυνομικοί που βρίσκονται στην Ελλάδα, με τους οποίους επικοινώνησε «Το Βήμα», υποστήριξαν ότι «το αίτημα έκδοσης εστάλη 37 ημέρες μετά τη σύλληψη του Αλπίνο ­ δηλαδή εντός των προθεσμιών , υπήρχε όμως γραφειοκρατικό πρόβλημα από την Ελλάδα».

Topnews: